Ομιλία 1ης Απριλίου

 

 

Ο Κυπριακός Ελληνισμός, μη μπορώντας και μη αντέχοντας πια, τη σκλαβιά και τη συμπίεση, αποφασίζει, εκείνο το πρωταπριλιάτικό χάραμα του ‘55, να συντρίψει τα δεσμά της αποικιοκρατικής κατοχής και να πάρει την  τύχη της εθνικό-ιστορικής του πορείας, αποκλειστικά στα δικά του χέρια του.

 

 

Κύριοι βουλευτές, κύριε εκπρόσωπε της ΟΕΛΜΕΚ, κύριοι πρώην διευθυντές, κύριε διευθυντή, αγαπητοί καθηγητές, αγαπητοί μαθητές και μαθήτριες,

 

μετά το «ουδέποτε» του Άγγλου υπουργού των αποικιών και τη αποτυχία προώθησης του αιτήματος της αυτοδιάθεσης, στη γενική συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών, λόγω του μπλοκαρίσματος από τις αποικιοκρατικές δυνάμεις που έλεγχαν τότε τον οργανισμό, μια και μοναδική ήταν η επιλογή. Ήταν το προαιώνιο πρόσταγμα της πανάρχαιας Ελληνικής μας ιστορίας, που καλούσε τον Κυπριακό Ελληνισμό, να προχωρήσει σε ένοπλο, ασυμβίβαστο και ανυποχώρητο αγώνα, για να διεκδικήσει την ολοκλήρωση των εθνικό-κοινωνικών του  προσανατολισμών και οραματισμών.

 

Έτσι μυστικά, στις 7 Μαρτίου του 1953 στην  Αθήνα, σε ένα διαμέρισμα στην οδό Ασκληπιού, σφραγίζεται η απόφαση για ίδρυση της ΕΟΚΑ. Της Εθνικής Οργάνωσης Κυπρίων Αγωνιστών.

 

Ακολούθως,

 

·        ορκίζεται σαν πολιτικός ηγέτης του αγώνα, ο φλογερός εθνάρχης Μακάριος, ο οποίος μέσα από τους άμβωνες των εκκλησιών, αναλαμβάνει τη ψυχολογική προετοιμασία του λαού, πυρπολώντας τις συμπιεσμένες, μα συνάμα διψασμένες, για  λευτεριά ψυχές των Κυπρίων.

·        Λίγο αργότερα ορκίζεται σαν στρατιωτικός αρχηγός του αγώνα, ο απόστρατος συνταγματάρχης Γεώργιος Γρίβας. Ένας παρασημοφορημένος ήρωας της Μικρασίας και του Αλβανικού έπους, που έμελλε να μετενσαρκώσει τον Βυζαντινό Διγενή Ακρίτα και να καταστεί, ο συγκλονιστικότερος θρύλος της νεοτέρας Ελληνικής Ιστορίας, αφού κατάφερε  να αναδεικτεί, σύμφωνα με τα δημοσιεύματα του ξένου τύπου της εποχής, σε μια παγκόσμια ηγετική μορφή του ανταρτοπολέμου, του οποίου τις τακτικές εφάρμοσαν μετέπειτα, απελευθερωτικά κινήματα στη Λατινική Αμερική και στη Κούβα.

 

Εκείνο το πρωινό της 1ης Απριλίου του 1955, οι δείκτες των ρολογιών συγχρονίζονται με το ρολόι της Ιστορίας. Της Ελληνικής μας Ιστορίας, η οποία μετοίκησε, αγκαλιάζοντας αδιάκοπτα, τούτο το μοιρόγραφτο νησί, 3 χιλιάδες χρόνια πριν.

 

Οι εκκωφαντικές εκρήξεις, που δονούν συθέμελα απ’ άκρου σ’ άκρη το νησί,  διατρανώνουν, την ασυμβίβαστη διάθεση και την πέρα από  κάθε θυσία, απόφαση του λαού μας, για απελευθέρωση και ενσωμάτωση στον υπόλοιπο εθνικό κορμό, που ενσαρκώνεται μέσα το διαχρονικό πόθο και όρκο για ΕΝΩΣΗ με τη μάνα Ελλάδα.

 

Όλος ο κόσμος, όλος ο λαός, συμμετέχει και ζει τον μεγάλο ξεσηκωμό. Μαθητές δημοτικού, γυμνασίου, οι εργαζόμενοι, οι αγρότες, οι νοικοκυρές, όλοι, μέσα από το καμίνι της καθημερινής βιοπάλης, βρίσκουν τον τρόπο και το χρόνο, να συνδεθούν και να συντονιστούν, με τους ιερούς σκοπούς του μεγάλου αγώνα. Ενός αγώνα εθνικο-απελευθερωτικού, αντι-ιμπεριαλιστικού, μα συνάμα και κοινωνικού. Που μάχεται, πολεμά και διεκδικεί το ατομικό δίκαιο, την κοινωνική δικαιοσύνη και την αξιοπρέπεια του ανθρώπου.

 

Η ποικιλόμορφη αποφαστικότητα του λαού, τροφοδοτεί αστείρευτα με θάρρος και δύναμη στους γενναίους μαχητές της ΕΟΚΑ, που εφορμώντας από τα κρησφύγετα τους, τα οποία είναι κατάσπαρτα σε κάθε γωνιά της Κύπρου, καταφέρνουν μεγάλα πλήγματα στους δυνάστες. Κτυπούνται και καταστρέφονται ολοσχερώς, νευραλγικοί στρατιωτικοί και κυβερνητικοί στόχοι, με ανυπολόγιστες υλικές και ανθρώπινες απώλειες.

 

Όπως αναφέρει σε πρωτοσέλιδο της άρθρο η Βρετανική εφημερίδα Observer, η «ΕΟΚΑ είναι αδύνατο να νικηθεί».

 

Μπροστά στη διαμορφωθείσα κατάσταση, οι Άγγλοι

·        μεταφέρουν ενισχύσεις από την Μέση Ανατολή

·        και ταυτόχρονα ενεργοποιούν και τον Τουρκικό παράγοντα, δημιουργώντας τα γνωστά επικουρικά σώματα, τα οποία μέσω των βιαιοτήτων, προσπαθούν να κάμψουν ανεπιτυχώς, το φρόνιμα, του αποφασισμένου να φθάσει μέχρι  τη δικαίωση, λαού.

·        Σε μια προσπάθεια κλονισμού του ηθικού του λαού και ανατροπής της παγκόσμιας εκστρατείας διεθνοποίησης του Κυπριακού, εξορίζουν τον εθνάρχη Μακάριο, σ’ ένα απόμακρο νησί στη μέση του Ινδικού ωκεανού, τις Σεϋχέλλες.

 

Η ΕΟΚΑ όμως, δεν κάμπτεται και δε νικιέται. Οι αγωνιστές με ασίγαστο πάθος και άσβεστο το πόθο, για λύτρωση και λευτεριά, γράφουν νέες σελίδες ιστορικής δόξας και τιμής.

 

Αφού ρεζιλεύουν τον πολυάριθμο αυτοκρατορικό στρατό στην επική μάχη των Σπηλιών, οι αποικιοκρατικές δυνάμεις  συντρίβονται, τόσο πολεμικά όσο και ηθικά, από την αξεπέραστη σεπτή μορφή  του Γρηγόρη Αυξεντίου, στην ιστορική μάχη του Μαχαιρά. Ο καπνός από το θυσιαστήριο, του Γρηγόρη τυλίγει και σκεπάζει όλη την Κύπρο. Γίνεται φλόγα, γίνεται πυρκαγιά, που κατακαίει και μεταλαμπαδεύει, την χωρίς πισωγυρίσματα απόφαση.

 

Ακολουθεί το ολοκαύτωμα των 4 του αχυρώνα του Λιοπετρίου, και η θυσία του σταυραετού του Πενταδακτύλου Κυριάκου Μάτση και των δεκάδων άλλων αγωνιστών.

 

Η βαρβαρότητα και ανανδρία του δυνάστη βρίσκει έκφραση, στους απαγχονισμούς των Κυπρίων νέων. Ο Καραολής, ο Δημητρίου, ο Πατάτσος, ο Παλληκαρίδης και άλλοι νέοι, στέλλονται στην αγχόνη, γιατί απλά τόλμησαν να ζητήσουν λευτεριά και αξιοπρέπεια.

 

 Όμως μέσα από τα παγερά, ανήλεα, θανατικά κελιά των κεντρικών φυλακών,  δραπέτευσαν οι ψυχές τους και σκέπασαν όλο το νησί, μεταγγίζοντας σ’ όλο τον αγωνιζόμενο λαό, το αχνο-μυρωμένο, με τα συστατικά της πανάρχαιας φυλής μας, αίμα τους.

 

 

Οι Άγγλοι μη μπορώντας να κάμψουν και υποτάξουν την Κυπριακή λεβέντικη ψυχή, επισείουν τον κίνδυνο της διχοτόμησης με την απειλή μονομερούς επιβολής του σχεδίου Μακμίλαν. Ο αρχιεπίσκοπος Μακάριος, ο οποίος εντωμεταξύ είχε απελευθερωθεί, κατόπιν αφόρητων πιέσεων αναγκάζεται να υπογράψει την συνθηκολόγηση της Ζυρίχης.

 

Οι συμφωνίες της Ζυρίχης-Λονδίνου ήταν, όπως και να κάνουμε, μια συνθηκολόγηση και ένας συμβιβασμός ανιστόρητος, που έδιδε το δικαίωμα στον Τουρκικό νέο-σουλτανικό επεκτατισμό, να εισβάλει το τραγικό καλοκαίρι του ’74 και καταλάβει το 36 % των εδαφών μας.

 

Όμως αυτός ο περήφανος λαός δεν υπόκυψε και δεν κάμφθηκε. Άντεξε, υπόμεινε, ορθώθηκε και αναγεννήθηκε μέσα από τις στάχτες του.

 

Βρήκε το σθένος και τη δύναμη να βροντοφωνάξει ΟΧΙ, στη σύγχρονη  έκδοση της υποταγή, που καλούσε τους πρόσφυγες να παραδώσουν τους τίτλους ιδιοκτησίας τους, στους εισβολείς και στους εποίκους.

 

Δεν μπορούσε, δεν είχε δικαίωμα εξάλλου, για άλλη επιλογή. Δεν μπορούσε να εκφυλίσει το μήνυμα του μεγάλου αγώνα του ’55. Οι μεγάλες μορφές του αγώνα, μας προστάζουν να μην δεκτούμε λύση  διχοτομική, στα πλαίσια ενός ανιστόρητου ψευδορεαλισμού.

 

 Και σήμερα υπάρχει, όσο ποτέ, υπαλλακτική επιλογή.

 

 Είναι η μονοδρομική επιλογή  της Ευρώπης των θεσμών και των αξιών.